Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

CHURCH AND DOMINICAN CONVENT OF SANTA MARIA DELLE - ΝΑΟΣ ΚΑΙ ΔΟΜΙΝΙΚΑΝΗ ΜΟΝΗ ΣΑΝΤΑ ΜΑΡΙΑ ΝΤΕΛΕ ΓΚΡΑΤΣΙΕ

Ναός και Δομινικανή μονή Σάντα Μαρία Ντέλε Γκράτσιε με τον «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο ντα Βίντσι (Ιταλία)
Μετά τις εργασίες αναστήλωσης που διάρκεσαν 20 χρόνια, η τραπεζαρία της μονής Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε στο Μιλάνο άνοιξε ξανά για το κοινό στις 28 Μαΐου 1999. Η διασημότερη τοιχογραφία του κόσμου δόθηκε ξανά στη χρήση του κοινού με μια λαμπρότητα που δεν υπήρχε εδώ και αιώνες.
Είχε αποφασιστεί κατά τα μέσα του 15ου αιώνα ότι έπρεπε να κατασκευαστεί ένας καινούργιος ναός, αποτέλεσμα της άρνησης των δομινικανών πατέρων του Σαν Εουστόρτζιο να προσχωρήσουν στην αναμόρφωση του Τάγματος. Το σχέδιο ανατέθηκε στον Τζουνιφόρτε Σολάρι και ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1463. Μέχρι το 1490 είχε ολοκληρωθεί το κτίριο και το παρακείμενο μοναστήρι σε ύστερο γοτθικό ρυθμό, όμως δυο χρόνια αργότερα ο Λουδοβίκος ο Μαυριτανός αποφάσισε να πραγματοποιήσει ορισμένες αλλαγές ώστε να τοποθετηθεί εκεί ο τάφος της συζύγου του, Βεατρίκης ντ’ Έστε. Ζητήθηκε από τον Ντονάτο Μπραμάντε να κατεδαφίσει το πρεσβυτέριο και την αψίδα και να κατασκευάσει μια υπέροχη επισκοπική έδρα διακοσμημένη με το οικόσημο της οικογένειας Σφόρτσα, που ήταν άρχοντες της πόλης και με μαρμάρινα στρογγυλά ανάγλυφα με αγίους.
Τον Μπραμάντε ίσως βοήθησε ο Λεονάρντο, που του είχε εμπιστευτεί την τοιχογραφία στον πίσω τοίχο της τραπεζαρίας της μονής. Η τραπεζαρία είναι μια τεράστια αίθουσα με θόλο και φεγγίτες σε σχήμα ομπρέλας. Ο καλλιτέχνης από το Βίντσι άρχισε να εργάζεται για την τοιχογραφία το 1494-1495 και την ολοκλήρωσε το 1498. Αν και ο Μυστικός Δείπνος ήταν ένα θέμα που αναπαριστούσαν πολύ συχνά στις τραπεζαρίες των μοναστηρίων, ο Λεονάρντο κατάφερε να το κάνει σύμβολο της ζωγραφικής της ιταλικής αναγέννησης. Ο Ιησούς απεικονίζεται στο κέντρο μόνος, ενώ οι Απόστολοι, ανά ομάδες των τριών, σχολίαζαν τις κακές ειδήσεις που μόλις τους είχε μεταδώσει ο Ιησούς, ότι δηλαδή ένας από αυτούς θα τον πρόδιδε. Στο τραπέζι υπάρχουν ακόμη τα αποφάγια από το λιτό γεύμα τους και η αίθουσα είναι στολισμένη με χαλιά, όπως αναφέρεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο. Μια λαμπρή κεντρική προοπτική, που παριστάνει τη φανταστική συνέχιση του πραγματικού χώρου στην τραπεζαρία της μονής, εμφανίζεται πίσω από την ομάδα.
Η καταπληκτική αυτή σκηνή ενέπνευσε πληθώρα έργων ζωγράφων όχι μόνο από τη λομβαρδική σχολή, όπως του Τισιανού, αλλά επίσης και από τον Τζορντάνε, τον Ρούμπενς και τον Ρεμπράντ. Πάμπολλοι ζωγράφοι έκαναν αντίγραφα του «Τσενάκολο» (ιταλική ονομασία της τοιχογραφίας). Το 1503 ο Μπραμαντίνο έκανε ένα αντίγραφο για κάποιον ιδιώτη και τον ακολούθησε ο Τζιοβάν Πιέτρο ντα Τσέμο, ο Αντρέα Σολάριο και ο Μάρκο ντ’ Οτζιόνο Τζαμπετρίνο, η αναπαράσταση του σε καμβά συνέβαλε στη διάδοση της φήμης της τοιχογραφίας.
Σύντομα πάντως, η ποιότητα του έργου άρχισε να φθείρεται. Ο Λεονάρντο είχε κάνει ένα εκπληκτικό απρόβλεπτο λάθος με τη χρήση χρωμάτων τέμπερας και λαδιού κατευθείαν σε βάση, την οποία ο ίδιος είχε αναμίξει στην πέτρα του τοίχου, τεχνική γνωστή σαν ζωγραφική «σέκο» (σε ξερό γύψο). Στις παραδοσιακές τοιχογραφίες η τοποθέτηση των χρωμάτων γίνεται πάνω σε φρέσκο (τοιχογραφία) στρώμα ασβέστη, ώστε να μπορούν να διατηρηθούν καλύτερα. Ο Λεονάρντο προτίμησε την προηγούμενη μέθοδο που του επέτρεψε να απεικονίσει καλύτερα τις λεπτομέρειες, όμως η υγρασία στην τραπεζαρία προκάλεσε φθορές. Σημαντικές φθορές είχαν ήδη αναφερθεί από το 1517 και έναν αιώνα αργότερα, ο καρδινάλιος Φεντερίκο Μπορομέο ανέθεσε στον Βεσπίνο να κατασκευάσει ένα τέλειο αντίγραφο της τοιχογραφίας για καταγραφή του αριστουργήματος το οποίο ήδη θεωρήθηκε χαμένο.
Τους επόμενους αιώνες η αναστήλωση του «Τσενάκολο» ήταν το πιο επιτακτικό θέμα μεταξύ των μιλανέζικων πολιτιστικών κύκλων, συνήθως όμως τέτοιου είδους προσπάθειες δεν ήταν τίποτε άλλα παρά πρόσχημα για τους κυβερνήτες και τους διευθυντές μουσείων να στρέψουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Για παράδειγμα, το 1770 έγινε μια αδέξια βλάβη κατά τη διαδικασία αποκατάστασης από τον Τζουζέπε Μάτσα μετά από την παράκληση του κόμη Κάρλο ντι Φίρμιαν, ο οποίος είχε επιφορτιστεί με το έργο από τον Αυστριακό κυβερνήτη του Μιλάνου. Ένα ανάλογο επεισόδιο συνέβη στις αρχές του 20 ου αιώνα, όταν ο Λουίτζι Καβενάγκι προσπάθησε να διασφαλίσει τα χρώματα με σκληρή ρητίνη, πράγμα που αντιτίθεται στην ίδια την επεξεργασία των χρωμάτων.
Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μυστικός Δείπνος βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση, τουλάχιστον όμως διασώθηκε από τον βομβαρδισμό που έπληξε την τραπεζαρία της μονής τον Αύγουστο του 1943. Πάντως, οι εργασίες αναστήλωσης θεωρήθηκαν απαραίτητες με την κατάρρευση του τοίχου, καθώς η οροφή έβγαζε σκόνη και εμφάνισε υγρασία που επιδείνωση την ήδη επικίνδυνη κατάσταση της τοιχογραφίας. Στη δεκαετία του 1950, η εικόνα περιορίστηκε σε ελάχιστη επαφή με τον τοίχο. Η τελευταία αναστήλωση, που ξεκίνησε το 1977, ήταν η τελευταία σε μια σειρά από δέκα τουλάχιστον ανεπιτυχείς ή ακόμη και ζημιογόνες προσπάθειες.
Τελικώς ανελήφθη η πιο φιλόδοξη επιχείρηση για την απομάκρυνση όλων των πρόσθετων στρωμάτων προς ανεύρεση του αυθεντικού «Τσενάκολο» του Λεονάρντο.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: